Είσαστε εδώ: Αυτοδιοίκηση

ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Εισήγηση στη γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ για τις αυτοδιοικητικές εκλογές

E-mail Εκτύπωση PDF

Για την αυτοδιοικητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ

1. ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Οι αυτοδιοικητικές εκλογές στους δήμους και τις περιφέρειες θα διεξαχθούν σ’ ένα έντονα συγκρουσιακό κοινωνικό και πολιτικό τοπίο. Οι εξελίξεις είναι απρόβλεπτες, όχι μόνο γιατί τα μέτρα θα έχουν εφαρμοστεί, οδηγώντας στην ανεργία και τη φτώχεια χιλιάδες ανθρώπους, αλλά και γιατί μπορεί η χώρα να οδηγηθεί σε «ελεγχόμενη πτώχευση» ή /και να επιβληθούν νέα μέτρα από την Τρόϊκα. Τίποτε δεν εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική σταθερότητα, επομένως δεν πρέπει να αποκλείονται και οι γενικές εκλογές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε διαδικασία ανασύνταξης και κοινωνικής γείωσης , μέρος της οποίας αποτελεί η δημιουργία οργανικών δεσμών με τις τοπικές κοινωνίες. Απ’ αυτή τη σκοπιά και με στρατηγική στόχευση πρέπει να προσεγγίσουμε τις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Οικοδομούμε αυτοδιοικητικά σχήματα, ενδυναμώνουμε τα υπάρχοντα, πρωτοστατούμε στα τοπικά κοινωνικά κινήματα σε μια διαρκή σχέση διαθεσιμότητας απέναντι στις τοπικές κοινωνίες. Σχέση που διακρίνεται από σταθερότητα, συνέχεια και προοπτική. Τα δημοτικά σχήματα τα οποία οικοδομήσαμε κυρίως την προηγούμενη 4ετία, με κορμό τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αρκετά και αποτελούν σημαντικούς πόλους συσπείρωσης και αναφοράς. Ήδη ανανεώνουν τον λόγο και τη δράση τους ώστε να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες κρίσης.

Περισσότερα...

Θέσεις για ένα σχέδιο αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση

E-mail Εκτύπωση PDF

 

Κριτική στο νομοσχέδιο του Καλλικράτη


Η κυβέρνηση διαμόρφωσε το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» με τη μέθοδο της δημιουργικής μαγειρικής. Δημοσιοποίησε τις θέσεις της κατά δόσεις «μη οριστικοποιημένων προσχεδίων» και με διαρροές στα ΜΜΕ. Στο παρασκήνιο, οι συνενώσεις των δήμων συνεχώς μεταβάλλονταν σύμφωνα με εκλογικές σκοπιμότητες και ανάλογα με τις αντιδράσεις των λεγόμενων αυτοδιοικητικών του ΠΑΣΟΚ.

Η ψήφιση του τελικού νομοσχεδίου, μέσα σε χρόνο απαγορευτικό της οποιασδήποτε δημόσιας συζήτησης, αποτελεί συνειδητή επιδίωξη της κυβέρνησης με στόχο να καταπνιγούν οι αντιδράσεις και να μην ακουστούν οι δημοκρατικές φωνές για ένα εναλλακτικό σχέδιο αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση. Αυτή η μεθόδευση, δείγμα βαθειάς περιφρόνησης προς την έννοια της αυτοδιοίκησης, που προϋποθέτει τη δημοκρατία και τη συμμετοχή των εκλεγμένων οργάνων και των τοπικών κοινωνιών, αποτυπώνεται και στο περιεχόμενο του νομοσχεδίου.

 

Εισαγωγή

 

Η κυβερνητική πολιτική του Προγράμματος Σταθερότητας, όπως συνδιαμορφώνεται από κοινού με την ΕΕ και το ΔΝΤ, μεταφράζεται στις λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές: δραματική μείωση μισθών, φορολογικό σύστημα, ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, διοικητική μεταρρύθμιση (Καλλικράτης).

Απ’ αυτή την άποψη, ο Καλλικράτης δεν επιδιώκει μόνο έναν αυταρχικό εκσυγχρονισμό της κρατικής διοίκησης και την αποκλειστική νομή της από τον δικομματισμό, συρρικνώνοντας και τις ελάχιστες προϋποθέσεις αυτο-διοίκησης, αλλά εντάσσεται, επίσης, στο πλαίσιο της δραστικής περικοπής των δημόσιων κοινωνικών δαπανών – του κοινωνικού κράτους, με υποχρηματοδότηση υπηρεσιών και έργων, που οδηγεί στην κατάρρευσή του και την υποστελέχωση, η οποία συμβάλλει με τη σειρά της στην κατάρρευση και εξωθεί στην ανεργία δεκάδες χιλιάδες σημερινών εργαζομένων στους δήμους και τις νομαρχίες.

 

Δημοκρατία - αυτοδιοίκηση

 

Συνενώσεις δήμων

 

Οι συνενώσεις των δήμων, στη βάση του παντελώς αυθαίρετου και προκαταβολικά δεδομένου αριθμού 370, που έγινε 340, έχουν προφανή και δεδηλωμένα κίνητρα : την οικονομία από τις αντιμισθίες των αιρετών, την άμεση και μεσοπρόθεσμη δραστική μείωση του αριθμού των εργαζομένων, τον αποκλεισμό, με τη βοήθεια και του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, οποιασδήποτε άλλης κοινωνικής και πολιτικής φωνής πλην του δικομματισμού, επομένως την αδιαφάνεια στο χειρισμό αρμοδιοτήτων και πόρων, τελικά την περιστολή κάθε δυνατότητας κοινωνικής παρέμβασης που θα αμφισβητεί τις κυρίαρχες επιλογές.

Όσες συνενώσεις των δήμων κρίνονται αναγκαίες, επειδή αυτές προκύπτουν με κριτήρια ιστορικής, κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης συνάφειας των γεωγραφικών περιοχών και λειτουργικής επάρκειας, δεν μπορούν να επιβληθούν με τη μέθοδο του αποφασίζομεν και διατάσσομεν από τα πάνω, αλλά πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης των εκλεγμένων οργάνων και των τοπικών κοινωνιών και λήψης αποφάσεων μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, που κατοχυρώνουν την έννοια της αυτοδιοίκησης από συστάσεως των νέων θεσμών.

Το μέγεθος του δήμου και της περιφέρειας είναι κρίσιμο για την άσκηση της αυτο-διοίκησης από τους πολίτες. Μεγάλες πληθυσμιακά ή χωρικά ενότητες αποτρέπουν την αμεσότητα στη σχέση των πολιτών και των κοινωνικών κινημάτων με την αυτοδιοικητική αρχή και, επομένως, τη διείσδυση κοινωνικών αιτημάτων στους θεσμούς και τον έλεγχο των πράξεων της διοίκησης.

Τα μεγάλα αυτοδιοικητικά σχήματα που εισάγει το πρόγραμμα «Καλλικράτης», χωρίς νέους θεσμούς συμμετοχής και ελέγχου από τους πολίτες, θα λειτουργήσουν εις βάρος της δημοκρατίας και θα θέσουν στο περιθώριο της οικονομικής και πολιτικής διαδικασίας πολλές τοπικές κοινωνίες. Το τοπικό θα χαθεί στα υπερτοπικά μεγέθη και η αυτοδιοίκηση θα χάσει την ουσία της, που είναι η άμεση σχέση των εκλεγμένων συμβουλίων με τις τοπικές κοινότητες. Αυτοδιοικητικά σχήματα, απομακρυσμένα και αποκομμένα από την κοινωνία και τους πολίτες, θα αναπαράγουν τον κρατικό συγκεντρωτισμό και θα μετατραπούν σε κομματικοκρατικά υποκαταστήματα καταδικασμένα σε αποτυχία. Αντί για αυτοδιοίκηση, όπου το κοινωνικό σώμα συμμετέχει με σχετικά άμεσο τρόπο στη διαχείριση των υποθέσεών του, θα έχουμε ετεροδιοίκηση.

Σε κάθε περίπτωση, οι δημοτικές κοινότητες, που προκύπτουν από τα σημερινά δημοτικά διαμερίσματα, πρέπει να έχουν ουσιαστική υπόσταση, δηλαδή αποφασιστικές αρμοδιότητες και ανάλογους πόρους για να τις ασκήσουν. Η περιφερειακή αυτοδιοίκηση πρέπει να αποκεντρωθεί εσωτερικά σε περιφερειακά διαμερίσματα με αποφασιστικές αρμοδιότητες και πόρους, με βάση τους σημερινούς νομούς και στην Αττική με βάση γεωγραφικά συνεχόμενες ενότητες.

 

Ληστρικό εκλογικό σύστημα, αποκλεισμός υποψηφιοτήτων

 

Η κατάλυση της αυτοδιοίκησης και της συμμετοχής προκύπτει καταφανώς από το ληστρικό πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα και τις προϋποθέσεις υποψηφιότητας που θέτει για τους δήμους. Αποκλείονται όχι μόνον ομάδες ενεργών πολιτών, που θα ήθελαν να διεκδικήσουν μια θέση στους δήμους ή τις δημοτικές κοινότητες, αλλά και κάθε πολιτική δύναμη που δεν διαθέτει σήμερα το μέγεθος για να συγκροτήσει τα ζητούμενα ψηφοδέλτια. Συγκεκριμένα : για να γίνει δεκτό ένα ψηφοδέλτιο πρέπει ο αριθμός των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων να είναι τουλάχιστον ίσος με τα 3/5 του αριθμού των εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας (εννοεί νέους δήμους) και ο αριθμός των υποψηφίων συμβούλων της κάθε δημοτικής κοινότητας να είναι τουλάχιστον ίσος με τον αριθμό των μελών του συμβουλίου της συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε συνδυασμός πρέπει να έχει πλήρη κεντρικά και τοπικά ψηφοδέλτια, ως εάν επρόκειτο να εκλεγεί το 100% των συμβούλων του σε όλα τα επίπεδα. Επομένως, καμία δημοτική κίνηση (πολύ περισσότερο ομάδα πολιτών), πλην αυτών του δικομματισμού, δεν θα μπορεί να συμπληρώσει ψηφοδέλτια εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Ανάλογα ισχύουν για τις περιφέρειες, εδώ όμως η διασπορά είναι μικρότερη και δεν οδηγεί de facto σε αποκλεισμό υποψηφιότητας. Το πλειοψηφικό σύστημα ίσχυε και στον Καποδίστρια, στον Καλλικράτη, όμως, η συγκρότηση ψηφοδελτίων, δηλαδή η συμμετοχή στις εκλογές, γίνεται πολύ δυσχερέστερη λόγω μεγέθους των αυτοδιοικητικών ενοτήτων.

Βαθύτατα αντιδημοκρατική είναι και η διάταξη με την οποία, για την κατανομή των εδρών των συμβούλων σε κάθε δημοτική κοινότητα, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασμός υποψηφίου δημάρχου σε όλα τα εκλογικά τμήματα του δήμου. Από τη μια, όπως ήδη είπαμε, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερές για μια κοινωνική ή πολιτική ομάδα να λάβει μέρος και, από την άλλη, όσες λαμβάνουν μέρος υφίστανται τη δαμόκλεια σπάθη της επιβολής της πλειοψηφίας, ανεξαρτήτως του τι ψήφισαν οι πολίτες σε κάθε δημοτική κοινότητα. Ο συνδυασμός του επιτυχόντα δημάρχου στις δημοτικές εκλογές λαμβάνει εξ’ ορισμού τα 3/5 του συνόλου των εδρών των συμβούλων σε κάθε δημοτική κοινότητα. Πλήρης ομογενοποίηση, λοιπόν, στη σύνθεση των αιρετών οργάνων ακόμα και στο πιο προσιτό στους δημότες επίπεδο. Δεν φτάνει που οι δημοτικές κοινότητες δεν έχουν καμιά αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά επιπλέον οι δημότες δεν μπορούν να εκλέγουν ούτε τους υποψηφίους της αρεσκείας τους, καθώς σε όλες τις δημοτικές κοινότητες τα ποσοστά των συνδυασμών ακολουθούν την κατανομή του κεντρικού δημοτικού ψηφοδελτίου.

Είναι προφανές – και μόνο εκ του εκλογικού συστήματος – ότι κάθε έννοια αυτοδιοίκησης έχει καταπατηθεί. Ενώ θα πρέπει το αποκεντρωμένο κράτος να βρίσκεται πιο κοντά στους πολίτες, τουλάχιστον όσον αφορά τις επιλογές των αντιπροσώπων τους, το εκλογικό σύστημα καθιστά τον Καλλικράτη κατά πολύ βασιλικότερο του κεντρικού κράτους. Γιατί στις εθνικές εκλογές δεν απαγορεύεται σε κανένα να θέσει υποψηφιότητα, ακόμα και ως άτομο, γιατί ένας συνδυασμός αναγνωρίζεται ως πλήρης και μπορεί να καταθέσει ψηφοδέλτιο επικρατείας, με τη συγκρότηση ψηφοδελτίων, έστω και με ένα υποψήφιο, στα 3/5 των νομών. Το εκλογικό σύστημα στους δήμους και τις περιφέρειες είναι πολύ πιο αντιδημοκρατικό από το σύστημα των εθνικών εκλογών και ως προς την κατανομή των εδρών. Τα 3/5 παίρνει ο πρώτος συνδυασμός ανεξαρτήτως του ποσοστού που έλαβε και το οποίο μπορεί να είναι ακόμα και κάτω από το 30%. Ενισχύεται δηλαδή η παντοδυναμία της παράταξης που θα διοικήσει τον δήμο.

Η εκλογή του συνδυασμού του δημάρχου με το 50% έναντι του 42% φαίνεται λιγότερο αντιδημοκρατική. Είναι, όμως, εξίσου και περισσότερο ληστρική γιατί στην κατονομή των εδρών της μειοψηφίας χάνουν οι μικρότερες δυνάμεις. Παράδειγμα η Ανοιχτή Πόλη στο δήμο Αθηναίων με το ποσοστό 10,4 % έχει 4 δημοτικούς συμβούλους και από 1 διαμερισματικό σύμβουλο στα 7 διαμερίσματα. Με το 50% θα είχε 2 δημοτικούς και κανένα διαμερισματικό σύμβουλο. Με τον Καλλικράτη θα επαναληφθεί αυτό που συμβαίνει με τον Καποδίστρια, δηλαδή δημοτικά σχήματα ακόμα και του 10 % να μην εκλέγουν κανένα δημοτικό σύμβουλο.

 

Πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, υποβάθμιση του Δημοτικού και Περιφερειακού Συμβουλίου

 

Ο τρόπος συγκρότησης των αιρετών οργάνων είναι, επίσης, εξαιρετικά συγκεντρωτικός και αυταρχικός. Επαναλαμβάνεται το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο του κεντρικού κράτους, η εκτελεστική εξουσία καθίσταται πανίσχυρη, τα τοπικά κοινοβούλια είναι ανίσχυρα θεσμικά και η ελάσσων αντιπολίτευση αποκλεισμένη.

Όπως ήδη εξηγήσαμε, το δημοτικό συμβούλιο επιδιώκεται να συρρικνωθεί πολιτικά στις δυνάμεις του δικομματισμού. Πέραν τούτου, όμως, και ως όργανο περιθωριοποιείται καθώς η Εκτελεστική Επιτροπή είναι πανίσχυρη και το συμβούλιο μεταθέτει αρμοδιότητες και δικαίωμα λήψης αποφάσεων - με απόφαση της πλειοψηφίας - στην Οικονομική Επιτροπή και την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής. Στις επιτροπές αυτές δεν ορίζεται ως υποχρεωτική η συμμετοχή της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Αντίθετα, τα μέλη τους εκλέγονται από το σύνολο του δημοτικού συμβουλίου με πλειοψηφικό και η μειοψηφία θεωρείται ως ενιαίο σύνολο.

Οι επιτροπές αυτές υποκαθιστούν το δημοτικό συμβούλιο και σε θέματα αρμοδιότητάς του όχι μόνο εκ του νόμου αλλά και με απλή απόφαση της πλειοψηφίας. Δεν είναι εισηγητικές επιτροπές εργασίας, οι οποίες, άλλωστε, επιτρέπεται να συγκροτούνται τόσο από τον Καποδίστρια όσο και από τον Καλλικράτη και οι οποίες μπορούν, αν λειτουργούν σωστά, να επιμερίζονται το εισηγητικό έργο του δημοτικού συμβουλίου και να απογραφειοκρατικοποιούν τη λειτουργία του.

Τα αυτά ισχύουν όσον αφορά τη συγκρότηση και τη λειτουργία του περιφερειακού συμβουλίου. Χαρακτηριστικό της αντιδημοκρατικής θέσμισης των περιφερειακών συμβουλίων είναι τα αναφερόμενα στο άρθρο 169 : «Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός πλειοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία με την υποχρεωτική προσχώρηση, κάθε φορά, εκείνου ή εκείνων που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη, σε μια από τις επικρατούσες» .

Η δημοκρατική απάντηση στον αποκλεισμό από τη συμμετοχή στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς κάθε κοινωνικής και πολιτικής κίνησης, πλην δικομματισμού, εξασφαλίζεται μόνο με την απλή αναλογική και την κατάργηση όλων των περιορισμών για τη συμμετοχή στις εκλογές και τη διεκδίκηση της λαϊκής ψήφου. Η ρήξη με το προσωποκεντρικό μοντέλο διοίκησης των δήμων και των περιφερειών προϋποθέτει την έμμεση εκλογή του δημάρχου, του περιφερειάρχη και των περιφερειαρχών από το δημοτικό και το περιφερειακό συμβούλιο αντίστοιχα.

 

Αρμοδιότητες

 

Οι δήμοι με το νέο καθεστώς αποκτούν 299 αρμοδιότητες, υπερπολλαπλάσιες από αυτές που έχουν σήμερα. Οι περισσότερες είναι διαχειριστικού χαρακτήρα – π.χ. παροχή αδειών λειτουργίας καταστημάτων και δραστηριοτήτων, έλεγχος προϊόντων – και άλλες, αν και πολύ σοβαρές, εξαιρετικά αόριστες ώστε να μη σημαίνουν απολύτως τίποτε – π.χ. «η έρευνα και η μελέτη κάθε θέματος για την ανάπτυξη της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και αλιείας καθώς και τη διατήρηση του αγροτικού, κτηνοτροφικού και αλιευτικού πληθυσμού στις εστίες του».

Προστίθεται, λοιπόν, ένας τεράστιος φόρτος εργασιών, χωρίς ανάλογα μέσα ανταπόκρισης σ’ αυτές καθώς, όπως προκύπτει από τα κεφάλαια των πόρων και των εργαζομένων, οι νέοι δήμοι δεν θα διαθέτουν την υλικοτεχνική υποδομή, τη χρηματοδότηση και το ανθρώπινο δυναμικό για να αντεπεξέλθουν.

Σχετικά με τις αρμοδιότητες των αιρετών περιφερειών, κατ’ αρχήν η συνύπαρξή τους με τις περιφέρειες του κεντρικού κράτους δημιουργεί καθεστώς επιτήρησης και σύγχυση αρμοδιοτήτων και ρόλων, πράγμα που δυσχεραίνει τη λειτουργία τους.

Σύμφωνα με τον Καλλικράτη, μεταφέρονται στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση, οι αρμοδιότητες των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, όσες μένουν μετά τη μεταφορά τους στην πρωτοβάθμια. Επίσης, μεταφέρονται άμεσα και σταδιακά ορισμένες αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν αντικείμενα για τα οποία δεν ασκείται αποφασιστική αρμοδιότητα από τα κεντρικά ή αποκεντρωμένα κρατικά όργανα.

Συνολικά οι αιρετές περιφέρειες ασκούν 304 αρμοδιότητες. Τα προβλήματα αναφύονται αν διαβαστούν εκ παραλλήλου οι αρμοδιότητες της αιρετής περιφέρειας με αυτές της αποκεντρωμένης διοίκησης. Παρατηρούνται αλληλοκαλύψεις ρόλων και ασάφειες, λόγω διαφορετικών διατυπώσεων μεταξύ προσχεδίου Καλλικράτη και νόμου περί κρατικών περιφερειών, ως προς το τι ακριβώς μεταφέρεται, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στην εφαρμογή καθώς και σπατάλη και ανορθολογική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Η λύση και απ’ αυτή την άποψη βρίσκεται στην κατάργηση της κρατικής περιφερειακής δομής και την ενίσχυση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης.

Η επίκληση του συνταγματικού κωλύματος για τη μη μεταφορά σημαντικών κρατικών αρμοδιοτήτων στην αυτοδιοίκηση μόνο ως πρόφαση μπορεί να εκληφθεί. Ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης το 2001, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που είχαν ανακύψει από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στις αρμοδιότητες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, προέβη στην τροποποίηση του άρθρου 102 παρ.1 και κατοχύρωσε τη δυνατότητα ανάθεσης με νόμο στην αυτοδιοίκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή και αρμοδιότητα του κράτους «Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους».

Στο ζήτημα της μεταφοράς κρατικών και ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης, ένα σχέδιο ουσιαστικής αποκέντρωσης πρέπει να περιλαμβάνει μεταβίβαση κυρίως στον β΄ βαθμό όλων των αρμοδιοτήτων της κρατικής περιφέρειας, όπως και όλων των αποκεντρωμένων υπηρεσιών του κράτους. Εξαίρεση από τη μεταβίβαση πρέπει να υπάρξει στις αρμοδιότητες των Υπουργείων Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Πολιτισμού (τομέας Αρχαιολογίας). Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να καταργηθούν η κρατική περιφέρεια και όλες οι αποκεντρωμένες μονοκλαδικές δομές των Υπουργείων (Αγροτικής Ανάπτυξης, Εργασίας, κ.τ.λ.) στις περιφέρειες και τους νομούς, και να μην επιτρέπεται να υπάρχουν σ’ αυτό το επίπεδο αποκεντρωμένες κρατικές υπηρεσίες με αντικείμενα παράλληλα με αυτά της αυτοδιοίκησης.

Στο πακέτο των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάζονται εξ αρχής στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση πρέπει να περιλαμβάνεται και η διαχείριση των Περιφερειακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007-2013.

 

Πόροι

 

Το νομοσχέδιο για τον Καλλικράτη αναφέρεται στις πηγές των ΚΑΠ (Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι), που προέρχονται από τον Φόρο Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών Προσώπων (ΦΕΦΝΠ), τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και τον Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ), πλην όμως αυτό δεν αποτελεί καμία εγγύηση χρηματοδότησης.

Ήδη έχουν αρχίσει δραστικές περικοπές των οφειλών του κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση – για παράδειγμα στο Δήμο Αθηναίων αυτές ανέρχονται στο ποσόν των 50,7 εκατ.€ και, αν συνυπολογισθούν οι αυξήσεις από ΦΠΑ, καύσιμα κ.λπ., τα έσοδα του δήμου θα παρουσιάσουν σοβαρό έλλειμμα όσον αφορά την κρατική επιχορήγηση.

Οι πόροι περικόπτονται δραστικά, σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας και τη δεδηλωμένη βούληση της κυβέρνησης για δραματική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους σε βάθος χρόνου, τουλάχιστον δεκαετίας. Επιπλέον, όπως το έχουν επανειλημμένα θέσει η ΚΕΔΚΕ και η ΕΝΑΕ, η διοικητική αναδιάρθρωση έχει συγκεκριμένο κόστος (υπολογίζεται σε 4+1,8 δισ. €). Όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι όχι μόνο δεν θα δώσει χρήματα αλλά θα εξοικονομήσει και 1,8 δισ. € από τη μεταρρύθμιση, η χρεοκοπία των νέων θεσμών είναι σίγουρη.

 

Ειδικό Πρόγραμμα εξυγίανσης

 

Οι δήμοι και οι περιφέρειες οδηγούνται εθελοντικά ή υποχρεωτικά στο Ειδικό Πρόγραμμα Εξυγίανσης, τίθενται δηλαδή υπό επιτήρηση προκειμένου να εφαρμόσουν ένα, κατ’ αναλογίαν της κεντρικής κυβερνητικής πολιτικής, πρόγραμμα σταθερότητας. Μπορεί, επίσης, να τους επιβάλλεται αναστολή πρόσληψης προσωπικού και συμβάσεων μίσθωσης έργου καθώς και απαγόρευση σύναψης δανείου.

Τα οικονομικά προβλήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης οφείλονται σε δύο λόγους: στην υστέρηση εσόδων λόγω δραστικής μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης και στην κακοδιαχείριση, τη σπατάλη και την εισαγωγή της αγοράς στην παροχή έργων και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και τον ατομικό πλουτισμό. Τα ελλείμματα δεν προκύπτουν, λοιπόν, από δαπάνες χρηματοδότησης του κοινωνικού έργου της αυτοδιοίκησης, όμως οι επιπτώσεις της μέχρι σήμερα πολιτικής της πλειοψηφίας των αυτοδιοικητικών αρχών και του κεντρικού κράτους θα μεταφερθούν στην κοινωνία και θα πλήξουν άμεσα τις λαϊκές τάξεις.

Θα συμβεί δηλαδή ότι και με το κυβερνητικό πρόγραμμα σταθερότητας: θα πληρώσουν οι ασθενέστεροι οικονομικά την κρίση που δημιούργησαν νεοφιλελεύθερες και σκανδαλώδεις πολιτικές.

 

Εργαζόμενοι

     

Από την ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των παλαιών και νέων βαθμών αυτοδιοίκησης προκύπτουν μετατάξεις προσωπικού, κατ’ αρχήν σε εθελοντική βάση και από τον Σεπτέμβριο του 2011 υποχρεωτικά. Μετατάσσονται μόνο οι μόνιμοι και οι έχοντες συμβάσεις αορίστου χρόνου υπάλληλοι, ενώ οι 35.000 εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μισθώσεις έργου θα απολυθούν. Η «εξοικονόμηση» προσωπικού, που αποτελεί πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, δικαιολογείται με την κατάργηση 4.000 ΝΠΔΔ. Το θέμα, όμως, δεν είναι αν θα πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση υπηρεσιών και να συγχωνευτούν τομείς συγγενούς αντικειμένου σε λιγότερα ΝΠΔΔ, αλλά αν θα υπάρχει επάρκεια προσωπικού για το σύνολο των αντικειμένων. Η κυβέρνηση επείγεται τόσο πολύ για τη συγχώνευση ώστε, αν αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί μέσα στο 1ο εξάμηνο του 2011, θα γίνει αυτεπάγγελτα από την Ειδική Υπηρεσία Εποπτείας.

Οι μετατάξεις γίνονται σε προσωποπαγείς θέσεις και, αν αυτό συνδυαστεί με τη διακηρυγμένη κυβερνητική πολιτική περιστολής του δημόσιου τομέα, την επόμενη δεκαετία θα χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Αυτό δημιουργεί μαζική ανεργία αλλά και αδυναμία άσκησης των θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων της αυτοδιοίκησης.

Τα πράγματα μπορεί να είναι ακόμη χειρότερα, καθώς ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Πάγκαλος έχει θέσει ευθέως θέμα άρσης της μονιμότητας των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου, εφ’ όσον η θέση τους καταργηθεί. Σύμφωνα και με τον έγκριτο συνταγματολόγο κ. Μανιτάκη, η θέση αυτή αντίκειται στο Σύνταγμα, δείχνει, όμως, τη σκληρή κυβερνητική γραμμή απέναντι στο δημόσιο τομέα, του οποίου το πιο ευάλωτο τμήμα είναι η αυτοδιοίκηση, με τις εφαρμοζόμενες μαζικά σχέσεις ελαστικής και μη διασφαλιζόμενης εργασίας.

 

Τι διεκδικούμε

 

- Καμία συνένωση δήμων χωρίς δημόσιο διάλογο και αποδοχή της από τα αιρετά όργανα και τις τοπικές κοινωνίες, μέσα από διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες συμμετοχής (δημοψηφίσματα).

- Απλή αναλογική, έμμεση εκλογή δημάρχου και περιφερειάρχη, αποδοχή ψηφοδελτίων για συμμετοχή στις εκλογές χωρίς προϋποθέσεις. Δημοκρατική συγκρότηση δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων.

- Κατάργηση των παράλληλων με τις αιρετές περιφέρειες κρατικών περιφερειών και μεταφορά όλων των αρμοδιοτήτων στις πρώτες.

- Αποκέντρωση των περιφερειών σε περιφερειακά διαμερίσματα. Δημοτικές κοινότητες και περιφερειακά διαμερίσματα με αποφασιστικές αρμοδιότητες.

Κεντρική χρηματοδότηση με θεσμοθετημένους σταθερούς πόρους, κοστολόγηση και χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης που θα γίνει αποδεκτή.

Καμία απόλυση εργαζομένων.

- Χρόνος διαβούλευσης και χρόνος οργάνωσης των νέων θεσμών ικανός ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει το νέο σύστημα και να μην καταρρεύσει συνολικά η αυτοδιοίκηση. Απ’ αυτή την άποψη οι όποιες αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν πριν την επόμενη 4ετία.

 

Ελένη Πορτάλιου, δημοτική σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη